
Η συλλογή διηγημάτων “Δέκα εκατοστά” της Μαριλένας Παπαϊωάννου αρθρώνει έναν χαμηλόφωνο αλλά επίμονα διεκδικητικό λόγο γύρω από την ανθρώπινη αντοχή, τη ρωγμή και την επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητας. Ο τίτλος λειτουργεί συμβολικά: παραπέμπει σε μια ελάχιστη απόσταση, ένα μικρό αλλά κρίσιμο μέτρο που χωρίζει την πτώση από την ανάταση, την απώλεια από τη μεταμόρφωση.
Οι ιστορίες της συλλογής αντλούν τη δραματικότητά τους όχι από εντυπωσιακές εξωτερικές συγκρούσεις, αλλά από εσωτερικές μετατοπίσεις. Οι ήρωες ένα ζευγάρι σε κρίση, μια γυναίκα με ακρωτηριασμένο πόδι, ένας σπουδαστής υποκριτικής, μια αλκοολική μητέρα, μια δεκαεξάχρονη που στέκει δίπλα σε εκδιδόμενες γυναίκες, ένας ερευνητής Βιολογίας, ένας συνταξιούχος ναυτικός κινούνται όλοι σε οριακές συνθήκες. Δεν παρουσιάζονται ως τραγικές φιγούρες προς λύπηση, αλλά ως πρόσωπα σε διαδικασία κατανόησης του εαυτού τους, συχνά μέσα από την απώλεια.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το πώς η Παπαϊωάννου απογυμνώνει τις κοινωνικές ταυτότητες των ηρώων της. Η αναπηρία, ο εθισμός, η πορνεία, η καλλιτεχνική κρίση ή η επιστημονική αποτυχία δεν λειτουργούν ως θεματικά άλλοθι, αλλά ως πεδία δοκιμασίας της αυτοαντίληψης. Η γυναίκα με το ακρωτηριασμένο πόδι ζει «σαν να είναι μαραθωνοδρόμος», όχι για να υπερβεί την αναπηρία της με ηρωισμό, αλλά για να επαναπροσδιορίσει το σώμα της ως τόπο δυνατότητας. Αντίστοιχα, ο ερευνητής που χάνει τα πειράματά του δεν καταρρέει μόνο επιστημονικά, αλλά υπαρξιακά, καθώς χάνει το αφήγημα που είχε χτίσει για τον εαυτό του.
Η γραφή είναι νηφάλια, οικονομική, χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς. Η συγγραφέας δείχνει εμπιστοσύνη στη δύναμη της σιωπής και του υπαινιγμού, αφήνοντας τον αναγνώστη να γεμίσει τα κενά. Το σκοτάδι, που επανέρχεται ως μοτίβο, δεν είναι απόλυτο λειτουργεί ως συνθήκη μέσα στην οποία μπορεί να διαφανεί το φως, όχι ως λύτρωση, αλλά ως επίγνωση.
Στο σύνολό της, η συλλογή συγκροτεί ένα πολυφωνικό τοπίο κοινών θνητών που αγωνίζονται να σταθούν όρθιοι. Τα “Δέκα εκατοστά” δεν υπόσχονται σωτηρία ούτε προσφέρουν εύκολες απαντήσεις. Προτείνουν, όμως, κάτι πιο απαιτητικό: την αποδοχή της πτώσης ως μέρους της διαδρομής και την επίμονη προσπάθεια να σηκωθεί κανείς λίγο πιο ψηλά από εκεί όπου έπεσε. Έστω και δέκα εκατοστά.
Η αφηγηματική συνοχή της συλλογής δεν προκύπτει από μια ενιαία πλοκή, αλλά από μια κοινή ηθική και υπαρξιακή στάση απέναντι στη ζωή. Οι ήρωες της Παπαϊωάννου στέκονται σε ένα μεταίχμιο: ανάμεσα σε αυτό που υπήρξαν και σε αυτό που με κόπο αποδέχονται ότι μπορούν να γίνουν. Η συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά τη δραματοποίηση της «στιγμής της λύτρωσης». Αντίθετα, επιμένει στη διαδικασία, στη μικρή καθημερινή μετατόπιση που δεν αλλάζει θεαματικά τον κόσμο, αλλά αλλάζει ριζικά το βλέμμα με το οποίο τον αντικρίζει κανείς.
Γλωσσικά, η πρόζα κινείται σε καθαρό, απέριττο ύφος, όπου κάθε φράση φαίνεται να υπηρετεί τη λειτουργικότητα της αφήγησης. Δεν υπάρχουν περιττοί λυρισμοί, ούτε επιδεικτική γλωσσική δεξιοτεχνία. Αυτή η επιλογή δεν στερείται αισθητικής αξίας αντιθέτως, ενισχύει την αίσθηση της εγγύτητας με τα πρόσωπα. Ο αναγνώστης δεν «θαυμάζει» τη γραφή, αλλά εισέρχεται σε έναν χώρο οικείο και συχνά άβολο, όπου η σιωπή, το ανείπωτο και η αμηχανία αποκτούν ιδιαίτερο βάρος.
Σημαντικό στοιχείο της συλλογής αποτελεί και η απουσία ηθικών ιεραρχήσεων. Η Παπαϊωάννου δεν διαχωρίζει τους χαρακτήρες της σε «ισχυρούς» και «αδύναμους», σε «θύτες» και «θύματα». Ακόμη και οι πιο ευάλωτες μορφές η μητέρα με τον εθισμό, οι εκδιδόμενες γυναίκες, η ανήλικη Νουρ αντιμετωπίζονται με μια ψύχραιμη ενσυναίσθηση που δεν ζητά δικαίωση ούτε επιβολή συμπάθειας. Το βλέμμα της συγγραφέως παραμένει σταθερά ανθρώπινο, χωρίς να γίνεται συγκαταβατικό.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη θεματική της αυτοδιάθεσης, που διατρέχει υπόγεια τα διηγήματα. Οι ήρωες, ακόμη και όταν συνθλίβονται από τις συνθήκες, διατηρούν το δικαίωμα της επιλογής έστω ελάχιστης. Αυτή η επιλογή μπορεί να είναι μια κουβέντα που λέγεται σε έναν νεκρό άνθρωπο, ένα κυριακάτικο τραπέζι που στρώνεται παρά την κατάρρευση, μια πράξη συμπαράστασης προς τους «αόρατους» της κοινωνίας. Μέσα από τέτοιες χειρονομίες, η ύπαρξη επανακτά νόημα χωρίς να εξιδανικεύεται.
Από δομική άποψη, η συλλογή αποφεύγει τον πειρασμό της αυστηρής συμμετρίας ή της θεματικής κλιμάκωσης. Τα διηγήματα διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς να επιβάλλουν μια «αναγνωστική κορύφωση», γεγονός που υπογραμμίζει τη βασική της θέση: η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξελίσσεται γραμμικά ούτε επιζητεί αφηγηματικές ολοκληρώσεις. Κάθε ιστορία λειτουργεί ως αυτόνομο πεδίο έντασης, αλλά ταυτόχρονα προστίθεται σε ένα ευρύτερο μωσαϊκό, όπου οι φωνές συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαχείριση του χρόνου. Οι αφηγήσεις κινούνται συχνά σε ένα παρόν φορτισμένο από παρελθοντικές απώλειες ή μελλοντικές αβεβαιότητες. Ο χρόνος δεν εκλαμβάνεται ως θεραπευτικός μηχανισμός, αλλά ως διαρκής υπενθύμιση της φθοράς και της εκκρεμότητας. Οι ήρωες δεν «ξεπερνούν» όσα τους τραυμάτισαν μαθαίνουν, αντίθετα, να συνυπάρχουν μαζί τους. Αυτή η στάση αφαιρεί από τα διηγήματα κάθε ίχνος παρηγορητικού ρεαλισμού και τα εντάσσει σε μια πιο απαιτητική, ώριμη εκδοχή της σύγχρονης πεζογραφίας.
Παράλληλα, η συλλογή εγγράφεται διακριτικά σε έναν διάλογο με ζητήματα φύλου, κοινωνικής περιθωριοποίησης και σωματικότητας, χωρίς να υιοθετεί ρητορικές θέσεις ή ιδεολογικές διακηρύξεις. Το σώμα εμφανίζεται ως χώρος σύγκρουσης, μνήμης και επιβίωσης: ακρωτηριασμένο, εξαρτημένο, γηρασμένο ή εκτεθειμένο. Η Παπαϊωάννου δεν το εξιδανικεύει ούτε το αποστρέφεται το αντιμετωπίζει ως δεδομένο της ανθρώπινης συνθήκης, φορέα περιορισμών αλλά και δυνατοτήτων.
Αξιοσημείωτη είναι επίσης η επιλογή των ονομάτων και των προσώπων. Ορισμένοι ήρωες φέρουν έντονη ατομικότητα, ενώ άλλοι παραμένουν σχεδόν ανώνυμοι, ενισχύοντας την αίσθηση ότι οι ιστορίες αυτές θα μπορούσαν να ανήκουν σε οποιονδήποτε. Το προσωπικό και το συλλογικό δεν διαχωρίζονται αυστηρά το ατομικό βίωμα λειτουργεί ως σχισμή μέσα από την οποία διαφαίνεται μια ευρύτερη κοινωνική εμπειρία.
Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι η Παπαϊωάννου χειρίζεται με αξιοθαύμαστη ισορροπία την ένταση ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο υπαινικτικό στοιχείο. Τα διηγήματα δεν στηρίζονται σε δραματικές κορυφώσεις, αλλά σε μια αργή, υπόγεια συσσώρευση σημασίας. Συχνά, το πιο καίριο σημείο μιας ιστορίας βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου τίποτε «σπουδαίο» δεν συμβαίνει. Είναι η στιγμή που ο χαρακτήρας παύει να αντιστέκεται στη δική του πραγματικότητα και την κοιτάζει κατάματα. Αυτή η αντι-ηρωική προσέγγιση απογυμνώνει τους ήρωες από κάθε επιτήδευση, αφήνοντας τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μια ωμή, καθαρή ανθρώπινη συνθήκη.
Η αφηγηματική φωνή της συγγραφέως διατηρεί σταθερά μια ψυχραιμία που, όσο κι αν φαίνεται αποστασιοποιημένη, επιτρέπει την ανάδυση μιας βαθύτερης συγκίνησης. Η επιλογή της αποφυγής μελοδραματικών εξάρσεων είναι μια πράξη εμπιστοσύνης τόσο προς το υλικό της όσο και προς τον αναγνώστη. Δεν προσφέρει έτοιμη συναισθηματική εκτόνωση, αλλά αντιθέτως, αφήνει τα διηγήματα να λειτουργήσουν μέσα στον αναγνώστη με τον δικό τους ρυθμό, σχεδόν υφέρποντα.
Στο επίπεδο της θεματικής οργάνωσης, η συλλογή μοιάζει να χαρτογραφεί μια εσωτερική διαδρομή: από την απώλεια προς την εύθραυστη, σχεδόν αβέβαιη διεκδίκηση νοήματος. Οι ιστορίες δεν συγκλίνουν σε ένα ενιαίο συμπέρασμα, αλλά σε μια κοινή παραδοχή: ότι η επιβίωση δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε αυτονόητη, είναι ένας καθημερινός αγώνας που συχνά διεξάγεται αθόρυβα, μακριά από τα βλέμματα. Έτσι, η συλλογή αποκτά έναν υπόγειο ρυθμό, σαν παλμό, που συνδέει όλα τα πρόσωπα χωρίς να τα εξομοιώνει.
Επιπλέον, η Παπαϊωάννου φαίνεται να κατανοεί βαθιά την υφή της μικρής φόρμας. Τα διηγήματά της δεν επιθυμούν να είναι μυθιστορηματικά συμπυκνώματα αντιθέτως, αξιοποιούν τη συντομία ως αναπόσπαστο μέρος της αισθητικής τους. Κάθε κείμενο λειτουργεί σαν θραύσμα μιας μεγαλύτερης πραγματικότητας, φωτίζοντας μια στιγμή κρίσιμη, αλλά όχι απαραίτητα καταληκτική. Αυτή η τεχνική θυμίζει ότι οι ζωές των ηρώων συνεχίζονται πέρα από τις σελίδες συχνά ατελώς, αντιφατικά, όπως και οι ζωές όλων.
Αν επιχειρήσει κανείς να τοποθετήσει τα “Δέκα εκατοστά” στο ευρύτερο πεδίο της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας, θα διαπιστώσει ότι η συλλογή κινείται συνειδητά μακριά τόσο από τον ωμό κοινωνικό ρεαλισμό όσο και από την αυτάρεσκη εσωστρέφεια. Η Παπαϊωάννου δεν γράφει για να καταγγείλει, γράφει για να παρατηρήσει και να κατανοήσει. Η ματιά της είναι στραμμένη στον άνθρωπο ως φορέα εμπειρίας, όχι ως σύμβολο ή ως κοινωνικό δείγμα. Αυτή η στάση προσδίδει στα διηγήματα μια διαχρονικότητα που υπερβαίνει το συγκυριακό πλαίσιο μέσα στο οποίο εγγράφονται.
Παράλληλα, η συλλογή αποφεύγει κάθε ίχνος διδακτισμού. Οι ιστορίες δεν «διδάσκουν» πώς να ζει κανείς, ούτε προτείνουν πρότυπα ανθεκτικότητας ή ηθικής υπεροχής. Αντιθέτως, αναδεικνύουν τη ρευστότητα των ανθρώπινων αποφάσεων και την αβεβαιότητα που τις συνοδεύει. Οι χαρακτήρες δεν βγαίνουν νικητές με την παραδοσιακή έννοια απλώς επιβιώνουν, και αυτή η επιβίωση δεν παρουσιάζεται ως επίτευγμα, αλλά ως αναγκαιότητα.
Η συγγραφέας φαίνεται να υποστηρίζει χωρίς να το διακηρύσσει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται στις μεγάλες αφηγήσεις αυτοπραγμάτωσης, αλλά στις μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες πράξεις αντίστασης στην αδράνεια και την παραίτηση. Αυτή η αντίληψη διαπερνά το σύνολο της συλλογής και της προσδίδει εσωτερική συνοχή, παρά την ετερόκλητη φύση των ιστοριών.
Τέλος, το ύφος της συγγραφέως συνιστά ένα είδος ηθικής οικονομίας: καμία λέξη δεν περισσεύει, καμία φράση δεν φλυαρεί. Η γραφή της υπακούει σε έναν εσωτερικό ρυθμό λιτότητας, που μοιάζει να αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι χαρακτήρες της αντιμετωπίζουν τον κόσμο χωρίς πλεονάζοντες στολισμούς, χωρίς μεγαλοστομίες, χωρίς εύκολες αφηγήσεις σωτηρίας. Αυτό το ύφος, παρά την απλότητά του, διαθέτει ένα υπόστρωμα βάθους που αποκαλύπτεται αργά, σχεδόν διακριτικά, απαιτώντας από τον αναγνώστη μια ανάγνωση προσεκτική, αν όχι στοχαστική.
Παράλληλα, αξίζει να επισημανθεί ότι τα “Δέκα εκατοστά” εγγράφονται σε μια παράδοση πεζογραφίας που αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη ζωή ως ανοιχτό ερώτημα, όχι ως αφήγημα προόδου ή παρακμής. Η Παπαϊωάννου μοιάζει να απορρίπτει την ανάγκη για «συμπεράσματα», επιλέγοντας αντ’ αυτών τη συνεχή διερεύνηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που δεν εξαντλείται με την πρώτη ανάγνωση, αλλά επιστρέφει στον αναγνώστη ως υπόγεια σκέψη.
Η συλλογή, με αυτή την έννοια, μπορεί να διαβαστεί και ως μια άσκηση προσοχής. Η συγγραφέας εκπαιδεύει τον αναγνώστη να παρατηρεί εκεί όπου συνήθως προσπερνά: στη μικρή χειρονομία, στην παύση ανάμεσα σε δύο λέξεις, στη σιωπή που ακολουθεί μια αποτυχία. Η λογοτεχνία εδώ δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως εργαλείο εμβάθυνσης σε αυτήν. Πρόκειται για μια αισθητική επιλογή που απαιτεί ενεργό, σχεδόν ηθικά δεσμευμένο αναγνώστη.
Η σημασία του βιβλίου δεν έγκειται μόνο στη θεματική του τόλμη ή στην αφηγηματική του πειθαρχία, αλλά κυρίως στην ειλικρίνειά του. Σε μια εποχή όπου η λογοτεχνία συχνά καλείται να πάρει θέση, να δηλώσει, να επιλέξει στρατόπεδα, τα “Δέκα εκατοστά” επιλέγουν κάτι δυσκολότερο: να σταθούν. Να κρατήσουν μια θέση παρατήρησης, στοχασμού και σιωπηλής εμπλοκής με το ανθρώπινο δράμα.
Η συλλογή της Μαριλένας Παπαϊωάννου συνιστά ένα έργο ώριμο, συγκροτημένο και ουσιαστικό, που αποφεύγει τις ευκολίες της συγκίνησης και τις βεβαιότητες της ηθικής. Μέσα από λιτές, εστιασμένες αφηγήσεις, φωτίζει το εύθραυστο σημείο όπου η ανθρώπινη ύπαρξη αποφασίζει αν θα παραμείνει ακίνητη ή αν θα κάνει εκείνη τη μικρή, σχεδόν αόρατη κίνηση προς τα εμπρός. Εκεί όπου το μέτρο της ζωής δεν είναι η απόσταση που διανύθηκε, αλλά το θάρρος να κινηθεί κανείς έστω δέκα εκατοστά.
Τα “Δέκα εκατοστά” συγκροτούν μια συλλογή που συνομιλεί ουσιαστικά με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, όχι ως κοινωνικό σχόλιο άμεσης αναφοράς, αλλά ως στοχασμός πάνω στην ευθραυστότητα και την αντοχή του ανθρώπου. Η Παπαϊωάννου καταφέρνει να αναδείξει το βάθος του «ελάχιστου», αποδεικνύοντας ότι συχνά η πιο ουσιαστική κίνηση δεν είναι το άλμα, αλλά η αργή, επίμονη άνοδος. Εκεί όπου το φως δεν κατακτάται, αλλά διακρίνεται μέσα στο σκοτάδι.
Δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν με πρωτοτυπία θεμάτων ή πειραματισμούς στη φόρμα. Η δύναμή τους έγκειται στη συνεπή, στοχαστική τους ματιά και στην ικανότητα της συγγραφέως να συλλαμβάνει τις ανεπαίσθητες στιγμές όπου ο άνθρωπος αποφασίζει συνειδητά ή ασυνείδητα να συνεχίσει. Πρόκειται για μια συλλογή που απαιτεί αργή ανάγνωση και εσωτερική ανταπόκριση, επιβραβεύοντας εκείνον τον αναγνώστη που είναι πρόθυμος να σταθεί στα μικρά, σχεδόν αόρατα, δέκα εκατοστά της ανθρώπινης αντοχής.
Τελικά, η συλλογή “Δέκα εκατοστά” διακρίνεται για την αθόρυβη δύναμή της. Δεν υψώνει τον τόνο, δεν διεκδικεί εντυπώσεις, δεν επιζητεί να σοκάρει. Αντίθετα, προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια βαθιά, σχεδόν στοχαστική εμπειρία, όπου το ανθρώπινο δράμα παρουσιάζεται με σπάνια λεπτότητα και ειλικρίνεια. Η Παπαϊωάννου δημιουργεί έναν κόσμο όπου το μικρό μέγεθος αυτά τα συμβολικά δέκα εκατοστά αποκτά υπαρξιακή βαρύτητα, αποδεικνύοντας ότι η ουσιαστική μετακίνηση της ζωής δεν χρειάζεται θόρυβο, αλλά τόλμη.
Πρόκειται για μια συλλογή που όχι μόνο αξίζει να διαβαστεί, αλλά και να ξαναδιαβαστεί, καθώς οι ιστορίες της συνεχίζουν να δουλεύουν μέσα στον αναγνώστη, σαν ψίθυρος που επιμένει ή σαν μια μικρή, αλλά αποφασιστική μετατόπιση προς το φως.